Google+ Followers

15 Απρ 2012

Αρχεία Φόρεϊν Όφις 1981: Ο επικίνδυνος Ανδρέας Παπανδρέου

Αν δεν ήταν επικίνδυνος για τους ισχυρούς ο Ανδρέας, θα ίσχυε η ρήση του Αντισθένη :
"όταν σε επαινούν οι έχοντες και κατέχοντες, τότε έχεις κάνει κατι κακό"
andreas_papandreou
Έντονο προβληματισμό για τις συνέπειες που θα είχε για τα βρετανικά και δυτικά συμφέροντα η νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές διατύπωναν οι Βρετανοί διπλωμάτες το 1981, όπως αποκαλύπτουν τα απόρρητα αρχεία του Φόρεϊν Όφις για τη χρονιά εκείνη, που μόλις αποχαρακτηρίστηκαν (με καθυστέρηση δύο μηνών). Η γενική διαπίστωση ήταν ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου, η κεντρική φυσιογνωμία ενός άκρως προσωποπαγούς κόμματος, υιοθετούσε πιο μετριοπαθή στάση σε μια σειρά θεμάτων από την οικονομία έως την εξωτερική πολιτική όσο πλησίαζε η ημερομηνία των εκλογών.


Η εκτίμηση αυτή φαινόταν να επιβεβαιώνεται κατά τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, από τα τέλη Οκτωβρίου και μετά. Παρά την εγκατάλειψη από τον Ανδρέα Παπανδρέου του αιτήματος διενέργειας δημοψηφίσματος για την έξοδο από την ΕΟΚ και την πιο μαλακή ρητορική σχετικά με πιθανή αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, η κυβέρνηση Θάτσερ ήταν εξαιρετικά επιφυλακτική για τις προθέσεις του νέου Έλληνα πρωθυπουργού. Ο ηγέτης του ΠΑΣΟΚ χαρακτηρίζεται στις διπλωματικές εκθέσεις δημαγωγός, λαϊκιστής, ανορθόδοξος ριζοσπάστης, απρόβλεπτος, διπρόσωπος, με αντιαμερικανικές εμμονές, αλλά και δεινός ρήτορας, πολιτικός που ασκούσε δυνατή έλξη.
Κατά τους Βρετανούς διπλωμάτες, στη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1981 παραδόξως είχε συμβάλει και η παρουσία του Κων/νου Καραμανλή στην προεδρία. Οι Έλληνες είχαν επιλέξει «αλλαγή με συνέχεια», που πρόσφερε ο συνδυασμός Παπανδρέου – Καραμανλή.Τα έγγραφα του Φόρεϊν Όφις αποκαλύπτουν συζητήσεις για το πώς θα αντιδρούσε το Λονδίνο σε περίπτωση πραξικοπήματος στην Ελλάδα, κάτι που θεωρούταν μακρινό αλλά πιθανό ενδεχόμενο υπό την πρωθυπουργία Παπανδρέου. Οι Βρετανοί διπλωμάτες σημείωναν προεκλογικά ότι σε περίπτωση συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ – ΚΚΕ Εξωτερικού ένα στρατιωτικό ή πολιτικό κίνημα που θα ανέτρεπε την κυβέρνηση για να αποκαταστήσει την «αληθινή δημοκρατία» ίσως να μην έβρισκε διόλου αντίθετο το Λονδίνο. Γενικά όμως ένα πραξικόπημα ήταν απευκταίο.
Ανησυχία προκαλούσαν και τα πολλά ανοιχτά μέτωπα στις σχέσεις Αθήνας – Άγκυρας, που συχνά δημιουργούσαν ένταση και στους κόλπους του ΝΑΤΟ. Ο Βρετανός πρέσβης είχε εκφράσει την ευχή «να συνειδητοποιήσουν οι Έλληνες ότι το ΝΑΤΟ δεν ήταν απλά μία σκηνή για να διαδραματίζεται η κόντρα τους με την Τουρκία και ότι η αμερικανική ανάμιξη στην ανατολική Μεσόγειο δεν ήταν μόνο ένας βολικός και φθηνός τρόπος διατήρησης της στρατιωτικής ισοτιμίας μεταξύ των δύο χωρών».
Οι Βρετανοί διπλωμάτες παρατηρούσαν επίσης ότι με τρόπο ενοχλητικό και λανθασμένο οι Έλληνες «ήθελαν την ασφάλεια, τον εξοπλισμό και την αίσθηση του ανήκειν στη Δύση που προσφέρει η Συμμαχία, αλλά επιθυμούσαν παράλληλα να εκμεταλλευτούν το ΝΑΤΟ ώστε να αντιμετωπίσουν μια τουρκική απειλή που θεωρούσαν πιο άμεση και απτή από οποιαδήποτε απειλή από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας».Μεγάλη έμφαση δόθηκε το 1981 και στην ανάλυση της κατάστασης και της προοπτικής της ελληνικής οικονομίας, ιδίως από τη στιγμή που η πολιτική «κοινωνικοποίησης» τομέων της οικονομίας του Παπανδρέου θεωρούταν δυνητικά επιζήμια για τα βρετανικά και κοινοτικά συμφέροντα.
Το συμπέρασμα του Φόρεϊν 'Όφις ήταν ότι η οικονομία της χώρας δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένη για την ένταξη στην ΕΟΚ. Ο Παπανδρέου, σχολίαζαν οι διπλωμάτες, είχε την πίστη ακαδημαϊκού στην αξία και την αναγκαιότητα του κρατικού ελέγχου και του κεντρικού σχεδιασμού. Δεν ήθελε να φαίνεται δογματικός και σπάνια θα έλεγε ότι διαφωνούσε με το συνομιλητή του.
Εκτενώς είχε εξεταστεί επίσης η διαφθορά στο ελληνικό δημόσιο, με τον τότε Βρετανό πρέσβη να σχολιάζει ότι «οι Έλληνες ψηφοφόροι έμοιαζαν να θεωρούν και τη μικρή και τη μεγάλη διαφθορά ως αναπόφευκτο τμήμα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής και επομένως δεν περίμεναν το ΠΑΣΟΚ να είναι πολύ διαφορετικό από την κυβέρνηση της ΝΔ».Το πρόβλημα της γραφειοκρατίας αποδιδόταν «εν μέρει στην οθωμανική γραφειοκρατική παράδοση με τα πολλά έγγραφα και με τους αξιωματούχους που επειδή δεν μπορούσαν να αναλάβουν θετικές πρωτοβουλίες ασκούσαν εξουσία εμποδίζοντας το συμπολίτη τους να κάνει τη δουλειά του».
Εν μέρει επίσης τα προβλήματα οφείλονταν «στο χαμηλό μορφωτικό επίπεδο της πλειοψηφίας των δημοσίων υπαλλήλων, σε συνδυασμό με την τοποθέτηση ημετέρων στην κρατική μηχανή – που προκαλούσε και υπερστελέχωση». Η διαφθορά συμπυκνωνόταν, κατά τους Βρετανούς διπλωμάτες, στην έννοια του ρουσφετιού, την οποία είχε δεσμευθεί να αντιπαλέψει στην πράξη ο τότε νεαρός επίδοξος βουλευτής Αχαΐας Γιώργος Παπανδρέου, σε σύντομη συνάντησή του με αξιωματούχο της πρεσβείας.
Εκφραζόταν εξάλλου συμπάθεια για τον «ήπιο» και «μεθοδικό» Γεώργιο Ράλλη, ο οποίος όμως δεν ενέπνεε τους ψηφοφόρους όπως ο Παπανδρέου. Ιδιαίτερη εκτίμηση εκφραζόταν για το νεαρό υπουργό Βιομηχανίας της κυβέρνησης Ράλλη, Στέφανο Μάνο, ο οποίος «ήταν από τους λίγους που αντιτασσόταν στην διόγκωση του δημοσίου τομέα» υπό τη ΝΔ.Οι Έλληνες χαρακτηρίζονταν «αδιόρθωτα ρομαντικοί και πανούργοι προπαγανδιστές που αναμφισβήτητα θα συνέχιζαν να προωθούν την έννοια του ιδιαίτερου ελληνικού πεπρωμένου». Αλλού είχε σημειωθεί με απόγνωση ότι «οι Έλληνες είναι καλοί στο να καταρτίζουν σχέδια, λιγότερο καλοί στο να τα υλοποιούν και μάστορες στο να τα αλλάζουν».


Από κείμενο του Θανάση Γκαβού