Google+ Followers

15 Απρ 2012

Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η αλάθητη ιστορική μνήμη του απλού πολίτη

Τότε που ευημερούσε ο λαός και όχι οι αριθμοί

Το 2007 διενεργήθηκε από την εταιρεία Public Issue για λογαριασμό της εφημερίδας Καθημερινή, μια μεγάλη  δημοσκοπική έρευνα για την άποψη που έχουν οι πολίτες της χώρας για τους πρωθυπουργούς και τις κυβερνήσεις απο τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Όπως και σε παλαιότερες σχετικές έρευνες, ο  Ανδρέας Παπανδρέου και η πρώτη θητεία του ως Πρωθυπουργού της περιόδου 1981-85, και κατά δεύτερο λόγο της  περιόδου 1985-88, κατέκτησε τη μεγαλύτερη δημοφιλία, πολύ μακράν όλων των άλλων περιόδων και Πρωθυπουργών.
Συντηρητικοί αναλυτές, ειρωνεύτηκαν και επέκριναν τα ευρήματα αυτά, με το σκεπτικό ότι η κοινή γνώμη, ο λαός δηλ., είναι αφελής και έχει παραπλανηθεί, αν ληφθούν υπόψη οι στατιστικές της εποχής εκείνης που αναδεικνύουν την κακή οικονομική διαχείριση του ΠΑΣΟΚ. Σε παράλληλη ανάλυση του σημαντικού αναλυτή Νίκου Νικολάου, ο οποίος βέβαια παραδέχεται και ορισμένες θετικές πλευρές του Ανδρέα Παπανδρέου, αναφέρεται ότι οι μεγάλες αυξήσεις που δόθηκαν στους μισθούς και τις συντάξεις αμέσως μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ, υπονόμευσαν την οικονομία και καταλήγει ότι «τις αυξήσεις αυτές τις πρότειναν ο Κακλαμάνης και ο Κατσανέβας….»

Οι επιθέσεις που υφίσταται η τότε οικονομική και εισοδηματική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, εστιάζονται σε αντιδραστικές απόψεις και συνεπικουρούνται από τις έωλες έως αστείες στατιστικές της εποχής, αφού η τότε στατιστική υπηρεσία (ΕΣΥΕ), ήταν μια «πονηρή, αδέξια, δεξιά παιδική χαρά». Οι στατιστικές της εκτιμήσεις ήταν εντελώς αναξιόπιστες και  μη-συγκρίσιμες με τις σημερινές, για τις οποίες έχουν επιβληθεί ενιαίοι κανόνες και έλεγχοι από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη  Eurostat.
Μεταξύ άλλων, υπολόγιζαν την ανεργία σε περίπου μηδενικά επίπεδα (!), γεγονός που πουθενά δεν υφίσταται σε καθεστώς ελεύθερης, αφού υπάρχει πάντοτε η ανεργία τριβής της τάξης του 2-3%. Η έκθεση Μπλανσάρ του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας που αποκάλυψα και δημοσίευσα λίγο πριν το 1981, ως νεαρός τότε αρθρογράφος του Οικονομικού Ταχυδρόμου, περιέγραφε με ιδιαίτερα μελανά χρώματα τη δυσάρεστη κατάσταση της οικονομίας πριν από το 1981, με το άλγος των προβληματικών επιχειρήσεων, τις ουρές των ανέργων τα ελλείμματα και τον υψηλό πληθωρισμό.

Πράγματι είχα την τιμή να υποστηρίξω τότε τη μεγάλη αύξηση στους μισθούς και τα ημερομίσθια στις αρχές του 1982, που ήταν της τάξης του 25% σε πραγματικές τιμές, μαζί με μια σειρά από φιλολαϊκά μέτρα υπέρ των «μη-προνομιούχων». Τότε καθιερώθηκε, μεταξύ άλλων, η εβδομάδα των πέντε ημερών, η άδεια των τεσσάρων εβδομάδων,  η τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών-ημερομισθίων, ο διπλασιασμός των κατώτερων συντάξεων, η δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για τους αγρότες και η αυτοτελής σύνταξη για τις αγρότισσες, τα επιδοτούμενα προγράμματα απασχόλησης, η κατακόρυφη αύξηση των στεγαστικών δανείων και των οικογενειακών επιδομάτων, το εθνικό Σύστημα Υγείας, μέτρα για την ισότητα των φύλλων, κλπ.
Τα μέτρα αυτά, είχαν σκοπό να ενισχύσουν τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και αποτελούσαν βασική εξαγγελία του κυβερνητικού μας προγράμματος, που αρχικά είχε επεξεργαστεί ο εξαίρετος καθηγητής Απόστολος Λάζαρης, αλλά την ευθύνη της τελικής συγγραφής του, είχε ο αείμνηστος Γιώργος Γεννηματάς και κατά δεύτερο λόγο ο υπογράφων. Αποτελούσαν κεντρική προεκλογική δέσμευση του ΠΑΣΟΚ και η συνέπεια στην τήρησή τους, είχε περισσότερη σημασία από οποιεσδήποτε άλλες δεξιόστροφες αντιλήψεις. Άλλωστε έγιναν στο μέτρο που ήταν επιτρεπτό από χρηματοοικονομική σκοπιά, σε συνάρτηση με τον πολιτικοιδεολογικό χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ, που στόχευε στη στήριξη των ασθενέστερων τάξεων και με δεδομένο ότι η καταναλωτική ροπή τους, ενισχύει την εσωτερική ζήτηση και κατ’ επέκταση την εθνική οικονομία.
Σύμφωνα και με την Κεϋνσιανή οικονομική αντίληψη, σε αντίθεση με  τη δεξιά νεοφιλελεύθερη σχολή του Σικάγου, των οποίων οι καθαρόαιμες πρακτικές απέτυχαν παταγωδώς όταν δοκιμάστηκαν σε χώρες όπως η Χιλή, επιτρέπεται η άσκηση οικονομικής-εισοδηματικής πολιτικής και με ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, εφ’ όσον μάλιστα στοχεύει στην αναδιανομή του εισοδήματος και έχει αναπτυξιακή κατεύθυνση. Μετά το 1989, η οικονομική και η αξιακή υπόσταση της πολιτικής, επιβαρύνθηκε σοβαρά και αυτό καταγράφεται χαρακτηριστικά και στην έρευνα της Public Issue. Ειδικότερα, γιγαντώθηκαν τα φαινόμενα της διαφθοράς η οποία πλήττει, εκτός από την ηθική πλευρά του ζητήματος και αυτή την παραγωγικότητα της οικονομίας.
Στη σειρά των επίμαχων δημοσιευμάτων, έγινε και μια άλλη υποτιμητική αναφορά στον Ανδρέα Παπανδρέου, ότι δήθεν ήταν υποχείριος του κομματικού μηχανισμού. Ως επιχείρημα αναφέρεται ότι, αμέσως μετά τη νίκη του 1981, ο Γιώργος Γενηματάς ενεχείρησε στον Α.Π., κατάλογο με τους Υπουργούς που ήθελε να του επιβάλλει το κόμμα. Είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι ο Γιώργος Γενηματάς, του οποίου ο πρόωρος θάνατος υπήρξε μεγάλη απώλεια  για το ΠΑΣΟΚ και τη χώρα, έδωσε πράγματι τις έγγραφες και φυσικά μη δεσμευτικές προτάσεις του προς τον Α.Π. για το τότε κυβερνητικό σχήμα, αφού του το ζήτησε ο ίδιος ο Α.Π. Γιατί ο τελευταίος, δε γνώριζε μόνο να διοικεί και να έχει όραμα. Ήταν γνήσιος δημοκράτης, σεβόταν τις κομματικές διαδικασίες μέχρι το βαθμό που ήταν επιτρεπτό, ενεργούσε με αποτελεσματικότητα, επιβράβευε και επέβαλλε κυρώσεις, όταν και όπου έπρεπε.

Η διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ της οκταετίας 1981-89, έχει χαραχθεί με θετικότατα χρώματα στη μνήμη της μεγάλης πλειοψηφίας του κόσμου, γιατί τότε είδε στην πραγματικότητα καλύτερες μέρες. «Ο λαός ένιωσε να ευημερεί ο ίδιος και όχι οι αριθμοί ή οι στατιστικές». Έζησε τα ουσιαστικά βήματα για την εμπέδωση του κράτους δικαίου, για την εθνική συμφιλίωση, την ουσιαστική βελτίωση του κράτους πρόνοιας και του εισοδήματος των μη-προνομιούχων, αλλά και την καλυτέρευση της  καθημερινότητάς του. Αρκεί να υπενθυμίσω ένα μόνο παράδειγμα: Η σύνταξη του ΙΚΑ δινόταν τότε το αργότερο μέσα σε ένα μήνα. Η σχετική ρύθμιση απορυθμίστηκε αργότερα και επανήλθε πολύ πρόσφατα, ύστερα από 15 ολόκληρα χρόνια και αυτό διαφημίστηκε ως μέγα επίτευγμα από τη σημερινή κυβέρνηση!

Τα περισσότερα στελέχη που πλαισιώναμε τότε τον Αντρέα και είμαστε περήφανοι γι’ αυτό, πιστεύαμε, ασφαλώς και με κάποια δόση ιδεαλιστικού ρομαντισμού, σε μια προσγειωμένη αριστερή στροφή με την πεποίθηση ότι θα χτίσουμε μια καλύτερη Ελλάδα που θα στηρίζεται στα πόδια της, «θα ανήκει στους Έλληνες». Ενώ όποιες σκέψεις προσωπικής εξουσιοθηρίας και πλουτισμού δεν είχαν θέση ανάμεσά μας. Η πίστη σε αρχές, σε αξίες σε ιδανικά, η εργώδης προσπάθεια και προσδοκία για την οικοδόμηση ενός καλύτερου αύριο, με επιτυχίες και αποτυχίες, η εμπιστοσύνη στην ηγεσία και στη συλλογική και συντεταγμένη πορεία, ήταν διάχυτη παντού και αυτό το ζούσε, το καταλάβαινε ο απλός άνθρωπος.
Όλα τα παραπάνω και όχι μόνο, έχουν καταγραφεί στην αλάθητη ιστορική μνήμη του μέσου πολίτη, που δεν μπορεί να αλλοιωθεί από παρερμηνείες και επίκληση περισπούδαστων ψευτοστατιστικών που εμφανίζονται πάντοτε με υπερεπαρκή δημοσιότητα σε διάφορα έντυπα και μέσα επικοινωνίας, τα οποία κάθε άλλο παρά ήταν και είναι φιλικά προς τον Ανδρέα Παπανδρέου και την εποχή του. Μην ξεχνάμε ότι το ντόπιο και το ξένο κατεστημένο ήταν και παραμένει ιδιαίτερα αρνητικό απέναντι σ’ αυτή την περίοδο διακυβέρνησης της περιόδου 1981-88 και αυτό αποτελεί το ισχυρότερο ίσως επιχείρημα που μπορεί να προβληθεί εδώ.
Εκείνο που είναι λυπηρό, είναι το γεγονός οι σημερινοί επίγονοι εκείνης της ηρωικής εποχής, αλλά και  το ΙΣΤΑΜΕ και το Ίδρυμα Ανδρέα Παπανδρέου, απέχουν από το να πάρουν θέση πάνω σε ένα τόσο σημαντικό για την ιστορία της χώρας διάλογο, που αφορά το κεντρικό πρόσωπο, τον ιδεολογικό γεννήτορα και τη μεγάλη πολιτική Αλλαγή από την οποία πηγάζει  αυτή η ίδια η ύπαρξή τους. Λυπηρό μεν αλλά όχι περίεργο.