Google+ Followers

6 Απρ 2013

Μια παλαιότερη συζήτηση για την επιστροφή στη δραχμή



     
Θόδωρος Μαριόλης και Κώστας Παπουλής-Γέρος


Κ. Παπουλής-Γέρος : Είσαι από αυτούς που είχαν ‘ενστάσεις’ για την ένταξη της Ελλάδας στο Ευρώ. Ποιες ήταν αυτές; Υπάρχουν οικονομικά μεγέθη που τις επιβεβαιώνουν και, περαιτέρω, ποιες ήταν οι διαρθωτικές μεταβολές που έγιναν στην ελληνική οικονομία;

Πράγματι, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, συγκρότησα, σε μία σειρά από άρθρα και βιβλία, μία κριτική θεώρηση της ‘παγκοσμιοποίησης’ και της ΟΝΕ, γενικά, και της διαδικασίας ένταξης της Ελλάδας στη Ζώνη του Ευρώ (ΖΕ), ειδικά. Η κύρια θέση μου, σε σχέση με το ερώτημά σου, μπορεί να διατυπωθεί, συνοπτικά, ως εξής:


(1) Στο εσωτερικό της ΖΕ ο διεθνής ανταγωνισμός τείνει να διεξαγάγεται, όλο και περισσότερο, σε όρους απολύτων πλεονεκτημάτων στην παραγωγικότητα της εργασίας και του κεφαλαίου. Απλουστεύοντας κάπως, αλλά χωρίς απώλεια της ουσίας, αυτό σημαίνει ότι, σε κάθε επιμέρους κλάδο της ευρωπαϊκής οικονομίας, είναι δυνατόν να επιβιώσουν μόνον εκείνες οι επιχειρήσεις, οι οποίες διαθέτουν την απολύτως υψηλότερη παραγωγικότητα ή, με άλλα λόγια, οι πλέον τεχνολογικά προηγμένες επιχειρήσεις (να τονισθεί ότι αυτό δεν ισχύει, γενικά, στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας όπου η επιβίωση εξακολουθεί να βασίζεται στα συγκριτικά πλεονεκτήματα παραγωγικότητας των επιχειρήσεων).

(2) Η προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ενέχει την αδυναμία άσκησης εθνικά αυτόνομης εμπορικής (δασμολογικής και μη), συναλλαγματικής, νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής (όσον αφορά στο τελευταίο υπονοώ τους πολλαπλούς περιορισμούς που θέτει το λεγόμενο ‘Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης’). Συνεπώς, κάθε επιμέρους αρχή οικονομικής πολιτικής δεν διαθέτει, σε τελική ανάλυση, παρά το μέσο-εργαλείο της εισοδηματικής πολιτικής (νομίζω ότι στην Ελλάδα το έχουμε καταλάβει καλά αυτό). Είναι, όμως, αδύνατον με ένα, και μοναδικό, μέσο-εργαλείο να επιτευχθεί το σύνολο των – υποτιθέμενων – στόχων της οικονομικής πολιτικής, δηλ. η ισορροπία παραγωγής-ζήτησης στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, η πλήρης απασχόληση της εργασίας και του κεφαλαίου και ο ισοσκελισμός του κρατικού προϋπολογισμού και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά δεν είναι καθόλου ανεξάρτητα μεταξύ των ή, για να είμαι πιο ακριβής, αλλητροφοδοτούνται, με το κατά σειρά πρώτο να παίζει τον κύριο ρόλο. Συνεπάγονται ότι οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες και περιφέρειες της ΖΕ (στις οποίες ανήκουν, χωρίς αμφισβήτηση, η Ελλάδα, ως μονάδα, αλλά και πολλές από τις περιφέρειές της, όπως επίσης η Πορτογαλία, μεγάλα τμήματα της Ισπανίας, η Ιρλανδία, και η Νότια Ιταλία) υποβαθμίζονται, όλο και περισσότερο, στα πλαίσια του ευρωπαϊκού καταμερισμού-συνδυασμού εργασίας. 

Εάν δε λάβουμε υπόψη και τις λεγόμενες ‘χρηματικές και τεχνολογικές οικονομίες χωρικής συγκέντρωσης’ ή, με απλά λόγια, τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η γεωγραφική συγκέντρωση ενός κλάδου παραγωγής, τότε η εικόνα γίνεται πιο ζοφερή: ενεργοποιούνται αυτοτροφοδοτούμενες διαδικασίες ανισόμετρης ανάπτυξης, οι οποίες οδηγούν στην εξάρτηση της πορείας ορισμένων χωρών και περιφερειών από τις προοπτικές συγκεκριμένων κλάδων ή/και στην οριστική υποβάθμιση άλλων γεωγραφικών περιοχών, οι οποίες δεν θα είναι σε θέση να παράξουν τίποτε απολύτως ή, τέλος πάντων, τίποτε για τη διεθνή αγορά (Ας μην κοιτάμε, όπως κάνουμε συνήθως, τις ΗΠΑ ως μονάδα. Η οικονομική ιστορία των προσφέρει αρκετά παραδείγματα, με πιο χαρακτηριστικό, ίσως, αυτό της περιοχής των Κεντρικών Απαλαχίων, η οποία περιλαμβάνει το Ανατολικό Κεντάκυ και τμήματα διαφόρων γειτονικών πολιτειών. Εξαρτήθηκε από την εξόρυξη άνθρακα και οδηγήθηκε, από το 1945 και μετά, στην παρακμή. Γενικά για αυτού του είδους τα ζητήματα, θα παρέπεμπα σε μία κριτική μελέτη των εργασιών του Paul Krugman στο πεδίο της ‘οικονομικής γεωγραφίας’).

Τώρα, στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σου: μία μονοσήμαντη απάντηση, στο εμπειρικό επίπεδο, προϋποθέτει τη μία-προς-μία (και σταθερών όλων των άλλων παραγόντων) σύγκριση δύο διαφορετικών ‘τροχιών’ της ελληνικής οικονομίας, δηλ. εκτός και εντός ΖΕ. Φυσικά, αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει. Κρίνω, ωστόσο, ότι θα σχηματίζαμε μία πολύ καλή εικόνα της πραγματικότητας (και των μελλοντικών εξελίξεων) εάν γνωρίζαμε, βάσει επιστημονικών μετρήσεων, σε ποιους κλάδους η ελληνική οικονομία διαθέτει απόλυτα πλεονεκτήματα παραγωγικότητας. Και με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι, από ό,τι γνωρίζω, οι φορείς και τα ινστιτούτα οικονομικής πολιτικής δεν έχουν κάνει τέτοιες μετρήσεις. Υπάρχουν, βέβαια, ορισμένα στοιχεία των στατιστικών υπηρεσιών, τα οποία είναι πάρα πολύ ενδεικτικά: η αξία της παραγωγής της μεταποίησης ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει πέσει από το 23.2% (1970-1981) στο 14.9% (1999-2004). Της γεωργίας-αλιείας από το 11.6% στο 5.7%, και των ορυχείων-λατομείων από το 1% στο 0.8%. Αντιθέτως, έχουν ανέβει (εάν και μάλλον όχι θεαματικά) τα αντίστοιχα ποσοστά τομέων, όπως των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ξενοδοχείων-εστιατορείων και υγειονομικών υπηρεσιών. 

Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία έχουν όλα τα στοιχεία που αφορούν στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο έφθασε, πριν από το ξέσπασμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης, στο 14% του ΑΕΠ (αξίζει να σημειωθεί, εδώ, ότι στην περίοδο 1983-85 (1995-98), όπου η δραχμή υποτιμήθηκε, κατά περίπου 15% (14%), αυτό το ποσοστό ήταν της τάξης του 5-10% (3-4%)) και, γενικότερα, αυτά που αφορούν στη διεθνή ανταγωνιστικότητα και στη σύνθεση των εισαγωγών-εξαγωγών της ελληνικής οικονομίας. Να αναφέρω μόνον ότι στις εισαγωγές παρατηρείται συνεχής άνοδος του μεριδίου των λεγομένων ‘προϊόντων υψηλής τεχνολογίας’, ενώ για τις εξαγωγές ισχύει μάλλον το αντίθετο, και ότι η Ελλάδα έχει το χαμηλότερο ποσοστό ενδοκλαδικού εμπορίου στη μεταποίηση από όλα τα μέλη της ΕΕ-15, πράγμα που έχει ιδιαίτερη (αρνητική) βαρύτητα, διότι η ανάπτυξη ενδοκλαδικού εμπορίου προϋποθέτει οικονομίες με παρόμοιο και, ταυτοχρόνως, υψηλό τεχνολογικό επίπεδο. 

Τέλος, η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από συγκριτικά χαμηλότερη παραγωγικότητα στους τομείς παραγωγής των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων, ενώ η παραγωγικότητά της είναι αντίστοιχη του ευρωπαϊκού μέσου όρου μόνον στους τομείς παραγωγής των διεθνώς μη εμπορεύσιμων προϊόντων (χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, κατασκευές, εσωτερικό εμπόριο). Έχει μάλιστα εκτιμηθεί (από τον ΙΟΒΕ) ότι η αύξηση του ΑΕΠ προέρχεται πρωτίστως από την ανάπτυξη αυτών ακριβώς των τομέων, ενώ οι τομείς των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων είναι είτε στάσιμοι (εδώ και τρεις δεκαετίες) είτε αναπτύσσονται με αργούς ρυθμούς (π.χ. τουρισμός).

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε σειρές στοιχείων και να συζητάμε ατέρμονα γύρω από αυτές. Το ουσιώδες, όμως, είναι να διαθέτει κανείς μία οπτική γωνία, ένα θεωρητικό σχήμα πλαισίωσης των εκάστοτε στοιχείων. Και αυτό που παρουσίασα, έστω συνοπτικά, στα προηγούμενα είναι, σύμφωνα με ό,τι είμαι σε θέση να αντιληφθώ, το πλέον κατάλληλο: επιχειρεί να συλλάβει τους βαθύτερους μετασχηματισμούς που συντελούνται στον τρόπο λειτουργίας του συστήματος και,. άρα, τη μακροχρόνια δυναμική του.

Εάν όντως αναπτύσσονται έντονες πολώσεις στην ΕΕ, ποιες αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία της θα έπρεπε να πραγματοποιηθούν; Για παράδειγμα, η κατάργηση του ‘Συμφώνου Σταθερότητας’, η οποία θα ενεργοποιούσε το μέσο της δημοσιονομικής πολιτικής; Η συγκρότηση ενός υπερεθνικού δημοσιονομικού συστήματος με ενεργό αναδιανεμητικό ρόλο; Ο απευθείας δανεισμός (χωρίς τη μεσολάβηση εμπορικών τραπεζών) των κρατών-μελών από την ΕΚΤ (όπως κάνει π.χ. η FED στις Η.Π.Α. ή η Τράπεζα της Αγγλίας);

Η ερώτηση δεν είναι μόνον εύλογη αλλά και πολύ αποκαλυπτική. Είναι πράγματι αληθές ότι η διαμόρφωση ενός υπερεθνικού δημοσιονομικού συστήματος, το οποίο θα λειτουργεί ως αναδιανεμητικός μηχανισμός μεταβιβαστικών πληρωμών και φορολόγησης, από τη μία πλευρά, και θα διαθέτει σημαντικές ανοχές ως προς τη σχετική αυτονομία των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών, από την άλλη πλευρά, εμφανίζεται ως η μοναδική ασφαλιστική δικλείδα του συστήματος. Όμως, το πρόβλημα είναι ότι, ως άμεση συνέπεια του κατά σειρά πρώτου χαρακτηριστικού της ΖΕ (που ανέφερα στα πλαίσια της αρχικής ερώτησής σου), πρώτον, τα αντικειμενικά περιθώρια που διαθέτουν οι εθνικές αρχές των υποβαθμιζόμενων οικονομιών για την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής είναι εξαιρετικά στενά και, δεύτερον, οι  καθαρές μεταβιβάσεις εισοδήματος θα είναι μάλλον σταθερής και απλής κατεύθυνσης, δηλ. προς τις ίδιες πάντοτε οικονομίες και περιφέρειες, τις υποβαθμιζόμενες.
Ας τα πάρουμε με τη σειρά: οι κρατικές δαπάνες αποτελούν, ας μην το ξεχνάμε αυτό, τμήμα του παραγμένου υπερπροϊόντος, δηλ. του προϊόντος που απομένει μετά την αφαίρεση των φθαρέντων μέσων παραγωγής και των μισθών του ιδιωτικού τομέα από το ΑΕΠ. Άρα, η πραγματοποίηση κρατικών δαπανών ορισμένου ύψους προϋποθέτει την παραγωγή ενός υπερπροϊόντος μεγαλύτερου ύψους (εάν το παραγμένο υπερπροϊόν δεν επαρκεί, τότε απαιτείται η δημιουργία εμπορικού ελλείμματος και, άρα, εξωτερικού χρέους), ενώ συνεπάγεται τη μείωση του ρυθμού αύξησης του επενδεδυμένου κεφαλαίου στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Και κατά κανόνα αυτή η μείωση οδηγεί, αργά ή γρήγορα, στη μείωση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και του κεφαλαίου. Ακόμα, λοιπόν, και αν αγνοήσουμε τα ζητήματα που δημιουργούνται για το δημόσιο έλλειμμα (υποθέτοντας ότι οι δαπάνες χρηματοδοτούνται εξολοκλήρου μέσω φόρων), το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: πώς είναι δυνατόν χώρες που αγωνίζονται να επιβιώσουν στο διεθνή ανταγωνισμό (ακριβώς επειδή έχουν χαμηλότερη παραγωγικότητα) να βασισθούν σε τέτοιες πολιτικές; 

Βέβαια, έχει αλλιώς το πράγμα όταν το κράτος πραγματοποιεί δαπάνες στην εκπαίδευση, στην κατάρτιση του εργατικού δυναμικού, στην έρευνα-ανάπτυξη και στις υποδομές και, ταυτοχρόνως, προστατεύει, μέσω εμπορικής πολιτικής, και υποβοηθάει, μέσω νομισματικής πολιτικής (σύστημα διαφορικών επιτοκίων), εκείνους, κατά βάση, τους κλάδους οι οποίοι, πρώτον,  εμφανίζουν αυτό που αποκαλείται ‘μακροχρόνιο-δυναμικό συγκριτικό πλεονέκτημα’, δεύτερον, χαρακτηρίζονται από ταχεία τεχνολογική πρόοδο, σημαντική δυνατότητα εκμετάλλευσης των οικονομιών κλίμακας, και παραγωγή διαχυόμενης, στους υπολοίπους τομείς, τεχνολογικής γνώσης και, τρίτον, παράγουν εμπορεύματα με υψηλή εισοδηματική ελαστικότητα ζήτησης. 

Διότι οι εν λόγω δαπάνες συμβάλλουν μακροχρόνια στην αύξηση της μέσης παραγωγικότητας, ενώ η εδραίωση των προαναφερθέντων κλάδων οδηγεί την οικονομία σε τροχιά ταχείας μεγέθυνσης. Προφανώς, όμως, αυτό το ‘υπόδειγμα ανάπτυξης’ δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από μία χώρα εντός ΟΝΕ. Φυσικά, δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί, στο συνολικό επίπεδο, όταν και όποτε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μεταβεί στο λεγόμενο στάδιο της ‘Πλήρους Οικονομικής Ένωσης’, δηλ. της ενιαίας οικονομικής πολιτικής (κατά την εκτίμησή μου, οι κύριες πλευρές του οπωσδήποτε σχεδιάζεται να εφαρμοσθούν, σε συσχετισμό με τα περιθώρια που θα αφήνει το ‘ειδικό βάρος’ της ένωσης στην παγκόσμια οικονομία). Τι θα γίνει, ωστόσο, μέχρι τότε με τις χώρες και τις περιφέρειες που αγωνίζονται να επιβιώσουν;

Περαιτέρω, είχα υποστηρίξει, εδώ και πάνω από μία δεκαετία, ότι το αίτημα περί ‘δημοσιονομικού φεντεραλισμού’ θα αποδειχθεί ουτοπικό, διότι, αυτό είχα γράψει, εκκρεμεί το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα πείθονται οι φορολογούμενοι των ταχύτερα αναπτυσσόμενων οικονομιών να μεταβιβάζουν, συνεχώς, μέρος του εισοδήματός των στις ίδιες πάντοτε (μάλιστα) εθνικές οικονομίες. Θεωρώ ότι, μεταξύ άλλων, η σχετικά πρόσφατη, χωρίς περιστροφές, απόρριψη (Φεβρουάριος 2009), από την πλευρά – κυρίως – της Γερμανίας, της πρότασης έκδοσης ενιαίου ευρωπαϊκού ομολόγου, καθώς και οι αυστηρές συστάσεις, σε φάση διεθνούς ύφεσης (μάλιστα), της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Μάρτιος 2009) προς τις χώρες που εμφανίζουν ‘υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέη’, αποτελούν πρακτικές επαληθεύσεις όλης της προηγηθείσας ανάλυσης. Στο σημείο αυτό, όμως, και χωρίς να επιμείνω, καλό θα ήταν, να αναλογισθούμε, τόσο από οικονομική όσο και από πολιτικο-κοινωνική άποψη, τις σχέσεις Βορρά-Νότου στην Ιταλία

Αλλά θα αναφέρω και ορισμένα ευρήματα μίας αδημοσίευτης μελέτης, η οποία ολοκληρώθηκε πρόσφατα και εκπονήθηκε, στα πλαίσια της ερευνητικής ομάδας μου (‘Ομάδα Μελέτης Σραφφαϊανών Οικονομικών’), από τον Γιώργο Σώκλη την Ελένη Γκρόζα και εμένα. Εκτιμήσαμε, λοιπόν, τη μεταβλητή-κλειδί του ασφαλιστικού συστήματος, δηλ. το πόσους μη εργαζόμενους δύναται να συντηρήσει, μέσω μεταβιβαστικών πληρωμών (που και αυτές αποτελούν τμήμα του παραγμένου υπερπροϊόντος), κάθε ένας εργαζόμενος και καταλήξαμε στα εξής συγκλονιστικά, θεωρούμε, αποτελέσματα: στην ελληνική οικονομία, και με βάση τον ισχύοντα μέσο μισθό, ένας εργαζόμενος δύναται να συντηρήσει 2.1 μη εργαζόμενους. Εάν στη γερμανική οικονομία ίσχυε (υποθετικά μιλώντας) ο μέσος μισθός της ελληνικής οικονομίας, τότε ο αριθμός θα ήταν 22.2! Για την Ισπανία, ο αντίστοιχος αριθμός θα ήταν 7.9 και για την Φινλανδία θα ήταν 7.1. 

 Αντιστρόφως, εάν σε όλες αυτές τις οικονομίες ίσχυε ο μέσος μισθός της γερμανικής οικονομίας, τότε το υπερπροϊόν θα ήταν αρνητικό και, συνεπώς, το ζήτημα της συντήρησης δεν υφίσταται! Επειδή τα αποτελέσματα εξαρτώνται, βασικά, από τις μέσες παραγωγικότητες της εργασίας και του κεφαλαίου κάθε οικονομίας, υποδεικνύουν, πρώτον, το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στη γερμανική οικονομία και τις υπόλοιπες και, δεύτερον, τη δεινή θέση στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία, τόσο από άποψη ανταγωνιστικότητας όσο και από άποψη περιθωρίων κατά την άσκηση κοινωνικής πολιτικής ή, γενικότερα, επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Και να ληφθεί υπόψη ότι το εμπορικό ισοζύγιο της ελληνικής οικονομίας (όπως και της ισπανικής, αλλά όχι των άλλων δύο οικονομιών) είναι ελλειμματικό, πράγμα που σημαίνει ότι εάν το ισοσκελίζαμε (υποθετικά), θα καταλήγαμε σε ακόμα χειρότερα αποτελέσματα σχετικά με τα περιθώρια της δημοσιονομικής πολιτικής.

Ας περάσουμε, τώρα, στο τελευταίο σκέλος της ερώτησής σου. Σύμφωνα με τις θέσεις των ‘αρχιτεκτόνων’ της ΟΝΕ, η απαγόρευση τόσο της νομισματικής χρηματοδότησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων από την ΕΚΤ όσο και της προνομοιακής πρόσβασης των δημοσίων αρχών στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, πρώτον, αποτελούν μέσα υποστήριξης της ενιαίας νομισματικής πολιτικής και, γενικότερα, της πλήρους ανεξαρτησίας της ΕΚΤ, η οποία έχει ως μοναδικό στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στη ΖΕ, δεύτερον, περιορίζουν σημαντικά τη διάχυση των συνεπειών που έχει η άσκηση ακατάλληλης δημοσιονομικής πολιτικής από μία χώρα-μέλος και, τρίτον, συμβάλλουν στην ορθή λειτουργία της ΟΝΕ, διότι ενισχύουν την πειθαρχία που επιβάλλει ο μηχανισμός της αγοράς στη δημοσιονομική πολιτική. Άρα, η εν λόγω απαγόρευση, η οποία πηγάζει άμεσα από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (ας μην το ξεχνάμε και αυτό), συνιστά έναν από τους θεμέλιους λίθους του ευρωπαϊκού ‘οικοδομήματος’. Δεν βλέπω, λοιπόν, πώς θα μπορούσε να αρθεί. Αλλά και δεν βλέπω να μπορεί να λεχθεί ότι οι θέσεις των ‘αρχιτεκτόνων’ της ΟΝΕ είναι ανυπόστατες, δεδομένης της συνολικής διάταξης του ευρωπαϊκού ‘οικοδομήματος’ (ανισόμετρα ανεπτυγμένες εθνικές οικονομίες-ελεύθερη κίνηση κεφαλαίου και εργασίας-σχετικά αυτόνομες δημοσιονομικές πολιτικές-ενιαία και ανεξάρτητη νομισματική πολιτική) και των θεωρητικών αντιλήψεων (μονεταριστικές) που το διέπουν. 

Στο ‘Μηνιαίο Δελτίο’ της ΕΚΤ, του Νοεμβρίου 2001, έχει δημοσιευθεί ένα άρθρο με τίτλο ‘Το πλαίσιο άσκησης της οικονομικής πολιτικής  στην ΟΝΕ’, το οποίο εξηγεί με σαφήνεια και πληρότητα τη λογική που διέπει την άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Είναι ένα κείμενο που θα πρέπει να μελετηθεί σε βάθος από όλους όσοι αμφισβητούν με αποσπασματικό ή, ακριβέστερα, σπασμωδικό τρόπο την ΕΕ (μία αντίστοιχη, και εξίσου σημαντική μελέτη, είναι αυτή με τίτλο: ‘Ευρώ: Ένα Νόμισμα για την Ευρώπη’, την οποία εκπόνησαν οι Φ. Χ. Σαχινίδης και Γ. Α. Χαρδούβελης, και κυκλοφόρησε το 1998 από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος). Στο ίδιο μήκος κύματος, επέτρεψέ μου την παρέκβαση, βρίσκονται και οι συνεχείς, επικριτικού χαρακτήρα, αναφορές στην ‘ψαλίδα των μισθών’ στην ΕΕ: εάν πάρουμε, ωστόσο, τις εξισώσεις της προπτυχιακής θεωρίας του διεθνούς εμπορίου, εύκολα θα διαπιστώσουμε ότι, δεδομένων των διεθνών διαφορών στις παραγωγικότητες, οι διεθνείς διαφορές στους μισθούς είναι απολύτως αναμενόμενες και οικονομικά δικαιολογημένες (βλ. επιπλέον ότι ανέφερα σχετικά με την μελέτη μας για το λόγο μη εργαζομένων-εργαζομένων).

Για να απαντηθεί, όμως, το ερώτημά σου στην ουσία του, θα πρέπει να προσδιορίσουμε τους πραγματικούς λόγους δημιουργίας της ΟΝΕ και τους αντίστοιχους στόχους της. Μήπως αυτοί είναι, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 2 της Συνθήκης του Μάαστριχτ, ‘η αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων στο σύνολο της Κοινότητας, η σταθερή και διαρκής, μη πληθωριστική και σεβόμενη το περιβάλλον ανάπτυξη, ένας υψηλός βαθμός σύγκλισης των οικονομικών επιδόσεων, ένα υψηλό επίπεδο απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής, η οικονομική και κοινωνική συνοχή και η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών’; Στη βάση των αρχών της σραφφαϊανής, μετα-κεϋνσιανής και μαρξιστικής θεωρίας έχω προσπαθήσει να δείξω όχι μόνον ότι αυτοί δεν μπορεί να είναι οι στόχοι της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αλλά και ότι, εάν θέλουμε να μιλήσουμε αυστηρά, πρόκειται για λέξεις που στερούνται, στα πλαίσια εθνικών κοινωνιών της αγοράς, συγκεκριμένου-πραγματικού περιεχομένου. 

Ο σχηματισμός μίας οικονομικά και νομισματικά ολοκληρωμένης υπερεθνικής ένωσης στον ευρωπαϊκό χώρο συνιστά σύμπτωμα και, ταυτοχρόνως, ρεαλιστική στρατηγική τοπικής διαχείρισης και, περαιτέρω, υπέρβασης της γενικής κρίσης αναπαραγωγής, η οποία χαρακτηρίζει το διεθνές σύστημα από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Προασπίζει, είναι προφανές αλλά ας το πω, τα συμφέροντα των ηγεμονικών δυνάμεων (χωρών και τάξεων) της Ευρώπης (έναντι των διεθνών και των εθνικών ανταγωνιστών) και στοχεύει στη σταθερή συμπίεση του συνολικού κόστους αναπαραγωγής του υποκειμενικού (και, σε τελική ανάλυση, μοναδικού) παράγοντα της παραγωγής, δηλ. της εργασιακής δύναμης, και, έτσι, στην εκ νέου διαμόρφωση των όρων που απαιτούνται για την απρόσκοπτη αναπαραγωγή του συστήματος, ως οικονομική, ιδεολογική και δικαιο-πολιτική δομή. Η εν λόγω συμπίεση δεν επιδιώκεται μέσω ενός ‘κλασικού’ προγράμματος λιτότητας (πράγμα που θα αποδεικνυόταν ανεπαρκές), αλλά με την πλήρη αναδιάρθρωση της σύνολης διαδικασίας αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης. Από εδώ προέρχονται, λοιπόν, οι συνεχείς ‘μεταρρυθμίσεις’ στο εκπαιδευτικό, εργασιακό και ασφαλιστικό σύστημα και, γενικά, το εγχείρημα σύστασης μίας ‘απελευθερωμένης, ευέλικτης και ευρωπαϊκά ενιαίας αγοράς εργασίας’.

Αυτό το τελευταίο είναι κομβικό: δεδομένης της ανομοιογένειας των παραγωγικών δομών των χωρών-μελών, η σύσταση ‘απελευθερωμένης, ευέλικτης και ενιαίας αγοράς εργασίας’ προάγει την ευστάθεια της ένωσης στο συνολικό, μακροοικονομικό επίπεδο. Από την άλλη πλευρά, όμως, και δεδομένης της ύπαρξης μίας ‘απελευθερωμένης, ευέλικτης και ενιαίας αγοράς κεφαλαίου’, υπαγάγει τον ανταγωνισμό στα απόλυτα πλεονεκτήματα παραγωγικότητας εργασίας και κεφαλαίου και, έτσι, σύμφωνα με τα όσα έχω ήδη πει, επιτείνει την ανισόμετρη ανάπτυξη στο εσωτερικό της ΖΕ. Κατά την άποψή μου, αυτή η ‘εξίσωση’ δεν επιλύεται, αυτός ο φαύλος κύκλος δεν σπάει.
Εν κατακλείδι, γύρω από οποιοδήποτε ζήτημα, ο καθένας μπορεί να κάνει εποικοδομητικές προτάσεις, αλλά το πρωταρχικό είναι να μην βρίσκεται εκτός θέματος. Η γνωστή ρήση ‘συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης’ είναι πάντα καλός οδηγός. Όσον αφορά ειδικά στην ΟΝΕ, οι βασικοί συντελεστές της θα ήταν οπωσδήποτε δεκτικοί σε τεκμηριωμένες προτάσεις σχετικές με το κύριο πρόβλημα που – χωρίς να έχει ποτέ λεχθεί καθαρά – τους ταλανίζει, το οποίο σκιαγράφησα στα αμέσως προηγούμενα, και αδιάφοροι σε προτάσεις άσχετες με αυτό. Ή, για να το πω αλλιώς, οι βασικοί συντελεστές της ΟΝΕ  γνωρίζουν πολύ καλά τι κάνουν, καθώς επίσης και όλες τις διδαχές και εργαλεία της οικονομικής (και όχι μόνον) επιστήμης, σε όλες ανεξαιρέτως τις επιμέρους θεωρητικές εκδοχές της (συμπεριλαμβανομένων και των πιο ‘αιρετικών’). 
Τέλος, να συμπληρώσω ότι στο προαναφερθέν άρθρο του ‘Μηνιαίου Δελτίου’ της ΕΚΤ επισημαίνεται ότι το υφιστάμενο πλαίσιο άσκησης οικονομικής πολιτικής είναι ανοικτό σε ‘πρακτικές βελτιώσεις, καθώς θα συσσωρεύεται εμπειρία’. Υπό την πίεση των εξελίξεων, τις οποίες δρομολογεί η τρέχουσα παγκόσμια οικονομική κρίση, είναι απολύτως δυνατόν, επομένως, να συντελεσθούν ορισμένες ‘πρακτικές βελτιώσεις’. Αυτές, όμως, δεν θα θίξουν τη γενική λογική του πλαισίου. Εάν συμβεί το αντίθετο, τότε θα έχουμε να κάνουμε με μία συστημική μεταβολή και θα πρέπει, λοιπόν, να ξανασυζητήσουμε.

Παρόλα αυτά, αρκετοί αναλυτές, χωρίς να αρνούνται την ύπαρξη αρνητικών πλευρών, υποστηρίζουν ότι η ένταξη της Ελλάδας στη ΖΕ είχε και θετικές συνέπειες. Για να δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: το τελευταίο τρίμηνο του 2008, μέσα στη δίνη της οικονομικής κρίσης, σημειώθηκαν οι υποτιμήσεις της Ισλανδίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Ρουμανίας και της Σουηδίας, ενώ η Ελλάδα απέφυγε τους σχετικούς κλυδωνισμούς όντας ενταγμένη στη ΖΕ. Τελικά, ποια είναι τα συν και τα πλην από την ένταξη της Ελλάδας, και ποιο το τελικό αποτέλεσμα του ‘λογαριασμού’; Ή, κατά την άποψή σου, υπάρχουν μόνον πλην;

Η συμμετοχή σε μία νομισματική ζώνη έχει, γενικά μιλώντας, και συν και πλην, και όφελος και κόστος. Το όφελος προκύπτει, κυρίως, από την εξάλειψη της αβεβαιότητας και του κινδύνου που δημιουργούν οι διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών, και καλείται ‘όφελος νομισματικής αποτελεσματικότητας’. Το κόστος προκύπτει από την αξιοσημείωτη συρρίκνωση του πλήθους των μέσων που είναι διαθέσιμα για την ταυτόχρονη εξισορρόπηση του εσωτερικού και του εξωτερικού τομέα κάθε επιμέρους εθνικής οικονομίας (βλ. και την απάντηση στην πρώτη ερώτησή σου), και καλείται ‘κόστος οικονομικής ευστάθειας’. Σε πολύ γενικές γραμμές, το όφελος τείνει να είναι μεγαλύτερο από το κόστος όσο περισσότερο η εντασσόμενη χώρα έχει παρόμοια παραγωγική δομή με τις υπόλοιπες χώρες-μέλη της ζώνης, κάτι που στην περίπτωσή μας (Ελλάδα) δεν ισχύει (αντιθέτως, έχει εκτιμηθεί πολλαπλώς ότι μάλλον ισχύει για τις ακόλουθες χώρες: Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία). Επίσης, επειδή η συμμετοχή στη ΖΕ ενέχει και την απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου, έπεται ότι βελτιώνονται οι δυνατότητες κερδοφορίας σε όλες, ανεξαιρέτως, τις χώρες-μέλη (και για όσες επιχειρήσεις επιβιώνουν). Ωστόσο, δεν διασφαλίζεται η αύξηση της κατακεφαλήν κατανάλωσης, και αυτό είναι τόσο πιο πιθανό όσο μικρότερο είναι το ποσοστό αποταμίευσης της αντίστοιχης εθνικής οικονομίας. Για να διαπιστώσουμε το τι ισχύει, για την κατακεφαλήν κατανάλωση, στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας (που μας αφορά άμεσα) απαιτούνται εμπειρικές μελέτες και με εντυπωσιάζει, άλλη μία φορά, το γεγονός ότι, από ό,τι γνωρίζω, δεν έχει γίνει καμία τέτοια μελέτη.
Τελικά, για να επιστρέψω στο κέντρο της ερώτησής σου, θα πρέπει να προσθέσω τα εξής: κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί μονοσήμαντη απάντηση, διότι η άπαντηση προϋποθέτει τη σύγκριση ή, καλύτερα, τη συνάθροιση ετερογεννών πραγμάτων, και δεν είναι τυχαίο ότι στη βιβλιογραφία, ακόμα και στην ‘ορθόδοξη’, δεν υπάρχει τέτοια απάντηση. Επίσης, και αυτό ισχύει γενικά στα κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα, οφείλω να ρωτήσω και εγώ: ‘συν και πλην’ για ποιους; Η ελληνική κοινωνία, να πω το προφανές, διαιρείται σε τάξεις και αυτές διαιρούνται, με τη σειρά των, σε μερίδες, οι οποίες έχουν, όχι σπάνια, διακριτά συμφέροντα σε επιμέρους ζητήματα. Επομένως, αυτό που είναι ‘συν’ για τη μία τάξη ή μερίδα αυτής δεν αποκλείεται να είναι ‘πλην’ για την άλλη τάξη ή μερίδα. Από την άποψη, πάντως, της παραγωγικής βάσης της χώρας, που είναι και η προϋπόθεση των πάντων, το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς ‘πλην’ αλλά καταστροφικό. 

 Περαιτέρω, εάν η γενική θεώρησή μου για την ΟΝΕ είναι βάσιμη, και μέχρι σήμερα δεν έχω κανέναν λόγο για να πω ότι δεν είναι, τότε συνάγεται ότι στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες δημιουργούνται, κατά μήκος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, εστίες δομικής, και μη διαχειρίσιμης, αστάθειας. Εάν, λοιπόν, η τρέχουσα κρίση συνεχισθεί, δεν θα αργήσει η στιγμή όπου οι επιμέρους εθνικές οικονομίες θα μετρήσουν με ικανοποιητική προσέγγιση το συνολικό κόστος που συνεπάγεται η συμμετοχή των στη ΖΕ. Αλλά και να μην συνεχισθεί, δεν βλέπω πώς χώρες όπως η Ελλάδα θα κατορθώσουν να επιλύσουν ορισμένα, έστω, από τα βασικά προβλήματά των. Η τρέχουσα κρίση οξύνει και αναδεικνύει τα προβλήματα, δεν τα γεννά.
Ποιος θυμάται, σήμερα, μία έστω λέξη από τα συνεχώς, τότε, εκπεμπόμενα μηνύματα μαζικής κατανάλωσης γύρω από τα οφέλη του Ευρώ, δηλ. την εξοικονόμηση των τραπεζικών προμηθειών και χρόνου, κατά τα ταξίδια μας (!) στις χώρες της ΕΕ, τη διαφάνεια στις τιμές των προϊόντων και την πτώση αυτών συνεπεία του ανταγωνισμού;

Στα πλαίσια παρόμοιων συζητήσεων, με έχουν ρωτήσει, όχι εντελώς αβάσιμα, εάν η Ελλάδα θα πρέπει να κάνει εκείνο ή το άλλο ή, τι θα πρέπει, τέλος πάντων, να κάνει. Η επιλογή ανάμεσα σε εναλλακτικές, διαθέσιμες ή δυνάμενες να σχεδιασθούν, πολιτικές προϋποθέτει τον καθορισμό συγκεκριμένων στόχων, και το τελευταίο δεν υπάγεται στα καθήκοντα της οικονομικής επιστήμης αλλά σε αυτά των αρχών της οικονομικής πολιτικής. Από εκεί και πέρα, βέβαια, δεν χρειάζεται, καταρχάς τουλάχιστον, να ανακαλύψει κανείς την ‘πυρίτιδα’: η εμπειρία που αντλείται από τη μελέτη των εμπορικών πολιτικών που έχουν ήδη ασκήσει οι ανεπτυγμένες οικονομίες, αλλά και ορισμένες αναπτυσσόμενες, είναι πάρα πολύ πλούσια. Δεν θα ήθελα να επιμείνω, για να μην μακρηγορώ, αλλά να υπενθυμίσω μόνον την ‘κωδική’ έκκληση του Joseph Stiglitz, το 2003, προς τις αρχές των αναπτυσσομένων οικονομιών: ‘Μην ακούτε τα εγκώμια από αμερικανικά συμφέροντα, τα οποία την ώρα που υμνούν τις ελεύθερες αγορές, βασίζονται στην αμερικανική κυβέρνηση για να προωθήσει τους στόχους τους. Οι αναπτυσσόμενες οικονομίες θα πρέπει να κοιτάξουν προσεκτικά, όχι τι λέει αλλά τι έκανε η Αμερική τα χρόνια που άρχισε να εξελίσσεται σε βιομηχανική δύναμη και τι κάνει σήμερα.’.

Κατά την άποψή μου, όσον αφορά στην Ελλάδα, θα πρέπει επιτέλους να αναρωτηθούμε: ποιοι ήταν όλα αυτά τα χρόνια οι συγκεκριμένοι στόχοι της οικονομικής πολιτικής; Μήπως ο ‘ευρωπαϊκός μονόδρομος’ διευκόλυνε εξαιρετικά το έργο αυτών που ήταν επιφορτισμένοι με το καθήκον να σχεδιάσουν και να δρομολογήσουν ένα βιώσιμο, μακροχρόνιο πρόγραμμα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, συστατικό στοιχείο του οποίου είναι και ο προσδιορισμός της θέσης της στη διεθνή αγορά; Σε τελική ανάλυση, δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία εάν, να το πω αφελώς, ‘φταίει ή δεν φταίει η ΟΝΕ’, και δεν έχει καμία απολύτως σημασία εάν δεν έπεσαν καθόλου έξω όσοι προέβαλαν, όταν έπρεπε και κάτω από διόλου ευνοϊκές συνθήκες, συγκεκριμένες ‘ενστάσεις’ για την πορεία που ακολουθείται. Σημασία έχει το τελικό αποτέλεσμα.

Και, τέλος, δύο λόγια για τις υποτιμήσεις, πιο ειδικά: οι υποτιμήσεις δεν είναι ζήτημα εθνικής ταπείνωσης αλλά εξισορροπητικές μεταβολές, τις οποίες είτε πραγματοποιεί η διεθνής αγορά είτε κρίνουν ότι πρέπει να πραγματοποιήσουν οι εθνικές αρχές, στα πλαίσια ενός – κατά το δυνατόν – συνεκτικού προγράμματος σταθεροποίησης και ανάπτυξης. Όλοι όσοι χρησιμοποιούν το (αντ-) επιχείρημα των υποτιμήσεων που ανέφερες, προκειμένου να μας υπενθυμίσουν τα οφέλη (υποθετικά, βέβαια, στην προκείμενη περίπτωση) της Ελλάδας, δεν αμφισβητούν την ορθολογικότητα της διεθνούς αγοράς και, άρα, δεν απαιτείται να επιμείνω περαιτέρω. Τώρα, σχετικά με την υποτίμηση ως μέσο πολιτικής έχει χυθεί πολύ μελάνι, αλλά  για τις ανάγκες της συζήτησής μας θα μπορούσαμε να δεχθούμε το εξής: σταθερών όλων των άλλων παραγόντων, η υποτίμηση δημιουργεί ένα πληθωριστικό ‘κύμα’ στην οικονομία (‘εισαγόμενος πληθωρισμός’), το οποίο εξανεμίζει μακροχρονίως τις όποιες θετικές επιπτώσεις της στη διεθνή ανταγωνιστικότητα. 

Το ‘μακροχρονίως’ είναι η λέξη-κλειδί, διότι δηλώνει ότι υπάρχουν χρονικά περιθώρια αξιοποίησης των θετικών επιπτώσεων αυτού του μέσου (το τι ακριβώς έκταση έχουν αυτά τα περιθώρια αποτελεί, όπως μπορεί να αποδειχθεί, πολύπλοκη συνάρτηση των υφιστάμενων τεχνικών συνθηκών παραγωγής και μπορεί, κατά περίπτωση, να εκτιμηθεί, αλλά δεν θα πρέπει, γενικά, να θεωρούνται στενά). Η υποτίμηση της δραχμής το Μάρτιο 1998 δεν ήταν μέτρο οικονομικής πολιτικής, αλλά επεβλήθη από τη διεθνή αγορά. Όπως είχαμε προβλέψει, ήδη από τα μέσα του 1996, σε μία μελέτη που εκπονήθηκε μαζί με τους Χ. Οικονομίδη, Γ. Σταμάτη και Ν. Φουστέρη (και κυκλοφόρησε από τις εκδ. Κριτική), το πληθωριστικό ‘κύμα’ ήταν της τάξης του 1.2%, για το πρώτο έτος, και όλο και μικρότερο για τα επόμενα έτη (και όχι της τάξης του 10% και 20%, όπως προέβλεπε η συντριπτική πλειοψηφία των αναλυτών). 

Από την άλλη πλευρά, και για να πάρουμε ένα πρόσφατο παράδειγμα, η πριν από 15 ημέρες υποτίμηση στη Βενεζουέλα φαίνεται να εντάσσεται σε ένα πρόγραμμα σταθεροποίησης και ανάπτυξης (σπεύδω, ωστόσο, να σημειώσω ότι δεν έχω καθόλου μελετήσει τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες αυτής της χώρας – πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε το βιβλίο του συναδέλφου μου στο Πάντειο Δημήτρη Καλτσώνη, με τίτλο ‘Το Δίλημμα της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας’, εκδ. Ξιφαράς, το οποίο εστιάζει στην δικαιο-πολιτική δομή της χώρας και μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον). Διότι υιοθετήθηκε ένα μη δασμολογικό μέτρο εμπορικής πολιτικής και, συγκεκριμένα, το λεγόμενο σύστημα ‘πολλαπλών συναλλαγματικών ισοτιμιών’: έναντι του δολαρίου, το μπολιβάρ υποτιμήθηκε κατά 20.9% για τα ‘βασικά αγαθά’, δηλ. τρόφιμα, φάρμακα και μηχανολογικό εξοπλισμό, και κατά 100% για πετρέλαιο, τουρισμό, αυτοκίνητα, λοιπά είδη κατάναλωσης και χημικά. Αυτό το σύστημα, το οποίο έχει αναλυθεί εξαιρετικά από έναν κορυφαίο οικονομολόγο της σραφφαϊανής σχολής, τον Ian Steedman (στο βιβλίο του ‘Διεθνές Εμπόριο’, εκδ. Κριτική), δημιουργεί διαφοροποίηση ανάμεσα στους λόγους ανταλλαγής (τις σχετικές τιμές) των αγαθών που ισχύουν στη διεθνή αγορά και σε αυτούς που ισχύουν στην εγχώρια και, έτσι, πρώτον, επιτρέπει τη λειτουργία κλάδων που κάτω από συνθήκες ενιαίας ισοτιμίας δεν θα επιβίωναν και, δεύτερον, δύναται να συμβάλλει, ανάλογα με τη σύνθεση των εισαγωγών-εξαγωγών, στα έσοδα του δημοσίου τομέα και, άρα, στην τόνωση των δημοσίων δαπανών. Βέβαια, το τι ακριβώς επιδιώκουν οι αρχές της Βενεζουέλας μόνον μία συγκεκριμένη ανάλυση μπορεί να το δείξει.

Ο Nicholas Kaldor, ένας λαμπρός μετα-κεϋνσιανός οικονομολόγος, ο οποίος συνέβαλε, μεταξύ άλλων, στη θεωρία της ανισόμετρης ανάπτυξης (κατά τη δεκαετία του 1960), συνήθιζε να επαναλαμβάνει στους μαθητές του τα εξής: ‘Πρώτον, οι αναπτυσσόμενες χώρες πρέπει να εκβιομηχανισθούν. Δεύτερον, μπορούν να εκβιομηχανισθούν μόνον με προστατευτισμό από το διεθνή ανταγωνισμό. Και, τρίτον, όποιος  υποστηρίζει το αντίθετο είναι ανειλικρινής!’. Όλα αυτά ήταν γνωστά, αλλά ‘ξεχάσθηκαν’ τα τελευταία 25 χρόνια, των ‘μονοδρόμων και των τρίτων δρόμων’, και χρειάσθηκε να το πει κάποιος νομπελίστας (όπως ο Krugman, στην ομιλία του στην Αθήνα) για να ακουσθεί, κάπως, ότι υπάρχει και το μέσο της υποτίμησης.

Ποια είναι η ‘αίσθησή’ σου; Προβλέπεις το τέλμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, μέσα από την ‘έκρηξη’ των ανισοτήτων ανάμεσα στις χώρες και τις περιφέρειες; Φυσικά, αυτή η ερώτηση δεν αφορά στην επιστημονική αλλά μάλλον στην ‘πολιτική’ σου πρόβλεψη.
Κατά την άποψή μου, οι αντικειμενικές συνθήκες, τόσο στην Ευρώπη όσο και διεθνώς (σε συνάρτηση με τη διαδικασία της ‘παγκοσμιοποίησης’), δύνανται να αποδοθούν ως εξής: η διαδοχική απελευθέρωση του εμπορίου, της κίνησης των χρηματικών κεφαλαίων και, τέλος, της κίνησης του εργατικού δυναμικού δεν ωφελεί όλα τα εμπλεκόμενα έθνη, δημιουργεί έντονες πολώσεις στην παγκόσμια παραγωγή και κατανομή του εισοδήματος και, τελικά, επιτείνει την ανισόμετρη ανάπτυξη μεταξύ χωρών και περιφερειών. Με μία λέξη, δηλαδή, δεν εξελίσσεται μόνον μία διαδικασία ενοποίησης του κόσμου, αλλά και περαιτέρω διαίρεσής του, πρώτον, ανάμεσα σε προηγμένες και μη προηγμένες εθνικές οικονομίες, και, δεύτερον, στο εσωτερικό των οικονομιών, ανάμεσα σε τάξεις. 

Ποια από αυτές τις δύο διαιρέσεις είναι η κύρια; Το ερώτημα είναι πολύ σημαντικό, αλλά δεν νομίζω ότι δύναται να δοθεί μία απάντηση με γενική, χωρική, ισχύ. Εκτιμώ, όμως, ότι για οικονομίες με χαμηλό και μέσο επίπεδο ανάπτυξης, κύρια πρέπει να θεωρείται η κατά σειρά πρώτη διαίρεση, πράγμα που συνεπάγεται ότι στο εσωτερικό αυτών των οικονομιών οι αρχές οικονομικής πολιτικής οφείλουν να αναζητήσουν πρότυπα εθνικής ανάπτυξης (βασιζόμενες, καταρχήν, σε αυτό που αποκαλείται ‘μακροχρόνια-δυναμικά συγκριτικά πλεονεκτήματα’) και, εν συνεχεία, να διερευνήσουν τα ζητήματα της διεθνούς συνεργασίας. Εάν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε δεν αποκλείεται, σε συνδυασμό με τα ζητήματα που έρχονται στην επιφάνεια με αφορμή την τρέχουσα οικονομική κρίση, να αναπτυχθεί πράγματι σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες η αντίληψη ότι η περαιτέρω ευθυγράμμιση με τα αιτήματα της ΖΕ συνιστά τακτική χωρίς στρατηγικό στόχο.